ΕΝΟΤΗΤΑ 10 Η συμβουλή της καμπάνας
ΕΝΟΤΗΤΑ 10
Η συμβουλή της καμπάνας (Δημήτριος
Βικέλας, Εθνικόν
Ημερολόγιον του 1891)
Μίαν φορὰν ἕνας νέος εἶχεν ἀποφασίσει νὰ νυμφευθῇ καὶ ἠθέλησε νὰ συμβουλευθῇ
ἕνα φρόνιμον καὶ πολύπειρον φίλον του. Ὑπῆγε
λοιπὸν καὶ τὸν ηὗρε.
— Ἀγαπῶ μίαν νέαν καὶ τὴν θέλω γυναῖκα μου.
— Πάρε την, ἀποκρίνεται
ὁ φίλος του.
— Ἀλλ’ οἱ γονεῖς μου δὲν τὴν νοστιμεύονται καὶ δὲν θέλω
νὰ τοὺς λυπήσω.
— Μὴ τὴν πάρῃς.
— Ἂν δὲν τὴν πάρω θὰ εἶμαι δυστυχὴς ὅσῳ ζῶ.
— Πάρε την.
— Τὸ κακὸν εἶνε ὅτι εἴμεθα καὶ οἱ δύο πτωχοὶ καὶ δὲν ἠξεύρω πῶς θὰ τὴν ζήσω ἂν τὴν πάρω.
— Μὴ τὴν πάρῃς λοιπόν.
— Ἀλλὰ μὲ ἀγαπᾷ καὶ τὴν
ἀγαπῶ. Θὰ ἐργασθῶ καὶ θὰ ζήσωμεν.
— Πάρε την.
— Πάρε την! Μὴ τὴν πάρῃς!… Δός μου μίαν συμβουλὴν σωστήν.
— Ἄκουσε, φίλε μου. Ὅ,τι καὶ ἄν σε συμβουλεύσω ἐγώ, δὲν
ἀξίζει. Ἰδοὺ τί θὰ ἔκαμνα εἰς τὴν
θέσιν σου. Ὅταν σημαίνῃ ὁ ἑσπερινὸς, θὰ ἐπήγαινα
εἰς τὸν αὐλόγυρον τῆς ἐκκλησίας καὶ θὰ ἔκαμνα ὅ,τι μοῦ εἰπῇ ἡ καμπάνα.
— Ἀλλ’ ἡ καμπάνα δὲν ὁμιλεῖ.
— Ὁμιλεῖ εἰς ὅποιον ἠξεύρει
νὰ τὴν ἀκούσῃ. Πήγαινε καὶ δοκίμασε.
Πηγαίνει ὁ νέος πρὸς τὴν ἐκκλησίαν. Ἀρχίζει νὰ σημαίνῃ. Ὢ
τοῦ θαύματος! Ἡ καμπάνα ὁμιλεῖ τῷ ὄντι. Τίγκ, τόγκ, τίγκ, νὰ τὴν πάρῃς, τίγκ,
τόγκ, τίγκ, νὰ τὴν πάρῃς!
Πηγαίνει ἀμέσως ὁ καλός σου, εὑρίσκει τὴν νύμφην καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας γίνονται οἱ γάμοι. Μετὰ ἓν ἔτος ὁ γαμβρὸς ἐπεσκέφθη τὸν
φίλόν του. Ἦτο κατηφὴς καὶ καταβεβλημένος.
— Ὡραία συμβουλὴ μοῦ ἔδωκες
πέρυσι. Τὴν ἐπῆρα, ὁπού νὰ μὴ τὴν εἶχα ἰδεῖ ποτέ. Δὲν μὲ συνεβούλευσες νὰ κάμω ὅ,τι μοῦ εἰπῇ ἡ
καμπάνα;
— Τοῦτο, ναί, σοῦ τὸ εἶπα.
— Λοιπὸν ἡ καμπάνα μοῦ εἶπε νὰ τὴν πάρω. Τὴν ἐπῆρα καὶ τὴν ἔπαθα.
— Δὲν θὰ τὴν ἤκουσες
καλά. Πήγαινε νὰ τὴν ἀκούσῃς καλὰ καὶ ἔπειτα ἔρχου νὰ παραπονῆσαι.
Ἀνεχώρησε καὶ ἐπέστρεφε περίλυπος εἰς τὴν οἰκίαν του. Ἡ
ἐκκλησία ἦτο εἰς τὸν δρόμον του. Ἦτο βέβαιος ὅτι εἶχεν ἀκούσει ἐξαίρετα πρὸ
ἑνὸς ἔτους τὴν φωνὴν τῆς καμπάνας λέγουσαν: «νὰ
τὴν πάρῃς.» Ἠθέλησεν
ὅμως νὰ βεβαιωθῇ καὶ πάλιν.
— Ἀρχίζει νὰ σημαίνῃ, Τίγκ, τίγκ!… Περίεργον! Τὸ λέγει
καθαρὰ ἡ καμπάνα. Νὰ μὴ τὴν πάρῃς, τίγκ, τίγκ, νὰ μὴ τὴν πάρῃς, μή, μή, νὰ μὴ
τὴν πάρῃς!
Ὁ ἄθλιος ἤκουε
καὶ ἐσυλλογίζετο: Μὴ δὲν ἤκουσε
τῷ ὄντι καλὰ πέρυσιν; ἢ μήπως καὶ πέρυσιν καὶ ἐφέτος ἡ καμπάνα ἄλλο δὲν ἔλεγε παρεκτὸς
ὅ,τι αὐτὸς ἐπεθύμει;
— Τί μοῦ πταίει ὁ
φίλός μου, ἔλεγεν ἀναχωρῶν.
Ἀνόητος ἐγὼ ν’ ἀκούσω πέρυσι τὴν συμβουλὴν τῆς καμπάνας.
(Ἐκ Παρισίων)
Δ. Βικελασ
Εντοπισμός
μετοχών και απόδοση του νοήματός τους
Έχοντας υπόψη τον πίνακα με τις επιλογές
για το πιθανό νόημα των μετοχών:
|
ότι - που - αν και -
καθώς - επειδή – αφού - όταν - αν –οντας ή –ώντας –μένος, –μένη, –μένο να |
Αποδίδουμε:
εἶχεν ἀκούσει… τὴν
φωνὴν τῆς καμπάνας λέγουσαν
= είχε ακούσει… την φωνή της καμπάνας να λέει
ἔλεγεν ἀναχωρῶν =
έλεγε αναχωρώντας
Επεξηγηματικά
|
φρόνιμον καὶ πολύπειρον |
συνετό / λογικό / μυαλωμένο και έμπειρο |
|
δὲν τὴν νοστιμεύονται |
δεν τους αρέσει |
|
Ὅταν σημαίνῃ ὁ ἑσπερινὸς |
Όταν χτυπήσει (η καμπάνα) για
τον εσπερινό |
|
ὁ ἑσπερινὸς |
η προσευχή που τελείται το απόγευμα (την εσπέρα) |
|
Ὢ τοῦ θαύματος |
Πω πω, τι θαύμα! |
|
μετ’ ὀλίγας ἡμέρας |
μετά από λίγες μέρες |
|
Μετὰ ἓν ἔτος |
Μετά από ένα έτος |
|
ἐπεσκέφθη |
επισκέφτηκε |
|
κατηφὴς |
μελαγχολικός,
κατσούφης |
|
καταβεβλημένος |
κουρασμένος, εξαντλημένος |
|
ὁπού νὰ μὴ τὴν εἶχα ἰδεῖ
ποτέ |
που μακάρι να μην την είχα δει
ποτέ |
|
περίλυπος |
πολύ λυπημένος |
|
ἐξαίρετα |
εξαιρετικά, (εδώ: ξεκάθαρα) |
|
πρὸ ἑνὸς ἔτους |
πριν από ένα έτος |
|
Ὁ ἄθλιος ἤκουε καὶ ἐσυλλογίζετο |
Ο δυστυχισμένος άκουγε και
σκεφτόταν |
|
Μὴ δὲν ἤκουσε |
Μήπως δεν άκουσε |
|
τῷ ὄντι |
όντως, πραγματικά |
|
παρεκτὸς |
εκτός από |
|
ἐπεθύμει |
επιθυμούσε |
Κάποιες λέξεις που διαφέρουν λίγο από τα Νέα Ελληνικά:
1. Ὑπῆγε = πήγε
: από το παλαιότερο ρήμα «ὑπάγω» = πηγαίνω
ἀποκρίνεται = απαντάει : από το ρήμα «αποκρίνομαι»
= απαντώ, ανταποκρίνομαι
Ηξεύρω = ξέρω, γνωρίζω : παλαιότερη μορφή του ρήματος «ξέρω» (αντίστοιχα: ημπορώ = μπορώ)
Έδωκες = έδωσες
πταίει = φταίει
: από το αρχαίο ρήμα «πταίω».
Παρόμοιες περιπτώσεις: κλέπτης (κλέφτης), επτά (εφτά), πτωχός (φτωχός).
2. Δύο ενδιαφέρουσες προστακτικές:
Ἰδοὺ : από το αρχαίο ρήμα «ὁρῶ» = βλέπω, κοιτώ. Μπορούμε να
αποδώσουμε με την προστακτική «κοίτα»
ή απλώς με «να».
ἔρχου : από το ρήμα «έρχομαι».
Αποδίδουμε ως «να έρθεις», «έλα»
3. ἐπήγαινα… ἐπῆρα καὶ τὴν ἔπαθα : πήγαινα… πήρα
και την έπαθα
Αυτό το «ε» των ρημάτων που αναφέρονται στο παρελθόν, στα Νέα Ελληνικά
διατηρείται μόνο όταν είναι τονισμένο. Όταν δεν τονίζεται, χάνεται. Λέμε: έτρεξα, έτρεξες, έτρεξε, έτρεξαν, ΑΛΛΑ: τρέξαμε, τρέξατε.
[τα ρήματα που άρχιζαν με τα
φωνήεντα «ε» και «α», όπως το «εθέλω» (=θέλω) και «ακούω»,
στους παρελθοντικούς χρόνους, μετέτρεπαν αυτά τα φωνήεντα σε à «η». Έτσι
έχουμε: ἠθέλησε (θέλησε), ἤκουσες
(άκουσες) κλπ.]
4. νυμφευθῇ
από το ρήμα «νυμφεύομαι» = αποκτώ νύφη, παντρεύομαι μια γυναίκα.
Ολοκληρώνοντας την Ενότητα 10
Ας δούμε πώς κλίνονται τρία
ουσιαστικά θηλυκού γένους που συναντήσαμε στο κείμενό μας και λήγουν σε –α και
–η.
|
Ενικός
αριθμός |
|
|||
|
Ονομαστική |
ἡ
ἐκκλησία |
ἡ ἡμέρα |
ἡ νύμφη |
|
|
Γενική |
τῆς
ἐκκλησίας |
τῆς
ἡμέρας |
τῆς
νύμφης |
|
|
Δοτική |
τῇ
ἐκκλησίᾳ |
τῇ
ἡμέρᾳ |
τῇ
νύμφῃ |
|
|
Αιτιατική |
τὴν
ἐκκλησίαν |
τὴν
ἡμέραν |
τὴν
νύμφην |
|
|
Κλητική |
ὦ
ἐκκλησία |
ὦ ἡμέρα |
ὦ νύμφη |
|
|
Πληθυντικός
αριθμός |
|
|||
|
Ονομαστική |
αἱ
ἐκκλησίαι |
αἱ
ἡμέραι |
αἱ
νύμφαι |
|
|
Γενική |
τῶν
ἐκκλησιῶν |
τῶν
ἡμερῶν |
τῶν
νυμφῶν |
|
|
Δοτική |
ταῖς
ἐκκλησίαις |
ταῖς
ἡμέραις |
ταῖς
νύμφαις |
|
|
Αιτιατική |
τὰς
ἐκκλησίας |
τὰς
ἡμέρας |
τὰς
νύμφας |
|
|
Κλητική |
ὦ ἐκκλησίαι |
ὦ
ἡμέραι |
ὦ
νύμφαι |
|
Στα ουσιαστικά «ἡ
ἐκκλησία» και «ἡ ἡμέρα» το
τελικό –α ΔΕΝ μετατρέπεται σε «η», διότι τα ουσιαστικά αυτά δεν εμπίπτουν στον
κανόνα που επιβάλλει την εν λόγω μεταροπή, όπως είδαμε στην προηγούμενη
Ενότητα.
Comments
Post a Comment