ΕΝΟΤΗΤΑ 9 Μια χαμένη ευκαιρία
ΕΝΟΤΗΤΑ 9
Μια χαμένη ευκαιρία (Κωστής
Παλαμάς, Παλῃὸ τραγοῦδι τοῦ νέου καιροῦ)
Ἡ Χρυσοῦλα ἦτον ἡ
ψυχοκόρη τῆς ἀπέναντι φιλικῆς οἰκογενείας·
ἕνας βαθμὸς παραπάνω ἀπὸ ὑπηρέτριαν, ἕνας βαθμὸς παρακάτω ἀπὸ νοικοκυράν. Ἡ
ψυχοκόρη κάμνει κάθε δουλείαν τοῦ σπιτιοῦ, ὅπως καὶ ἡ ὑπηρέτρια· ἀλλὰ δὲν εἶναι
μισθωτή, ἐξέρχεται δὲ εἰς τὸν περίπατον ἐπιμελῶς στολισμένη καὶ πάντοτε εἰς τὸ πλευρὸν τῆς κυρᾶς ἡ ὁποία ὑποχρεοῦται ἀργὰ ἢ γρήγορα νὰ τῆς εὕρῃ
ἕνα καλὸν ἄνδρα, νὰ τὴν
ἀποκαταστήσῃ. Ἀλλ’ ἀδιάφορον ὅ,τι καὶ ἂν ἦτον ἡ Χρυσοῦλα· ὅ,τι μ’ ἐνδιέφερεν
ἦτον ἡ ἔξοχος ἀκμὴ τῆς ὥρας αὐτῆς, τῶν δεκαπέντε τῆς ἐτῶν τὸ μεθυστικὸν ἄρωμα,
οἱ ὀφθαλμοὶ ἀπαστράπτοντες, τὸ σῶμα
μαρμάρινον, ἡ φαιδρότης ἡ πλήρης γελώτων, ἡ πλήρης κινήσεως
ὑγεία, ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα τὴν ἐφανέρωνον γνησίαν κόρην τῶν βουνῶν τῆς Ρούμελης,
ἀπὸ τὰ ὁποῖα κατήγετο, χωρὶς νὰ ἔχῃ τίποτε κοινὸν πρὸς τὰς ἀθηναϊζούσας
ἀρχοντοπούλας τοῦ τόπου, αἱ ὁποῖαι παρήγγελλον τὰ φορέματά των εἰς τὴν
πρωτεύουσαν διὰ νὰ τυλιχθοῦν μέσα των ὡς μούμιαι. Ἡ ζωὴ καὶ ὁ ρυθμὸς τοῦ σώματος ἐκείνου κατώρθωναν νὰ
ἐξευγενίζουν καὶ τὰς βαναυσοτέρας ἐργασίας αἱ ὁποῖαι τὴν ἀπησχόλουν. Ἐνώπιον
μου ἡ Χρυσούλα ἐνεφανίζετο ὡς ἡ ὀπτασία τῆς νεότητος καὶ ὁσάκις ἤρχετο εἰς τὸ
σπίτι, ἔτρεχα νὰ εὑρεθῶ ἐμπροστά της διὰ νὰ μὲ χαιρετίσῃ, διὰ νὰ τῆς ὁμιλήσω, διὰ
νὰ χορτάσω μὲ τὸ ἄκουσμα τῆς φωνῆς της. Ἡ ταραχὴ εἰς τὴν ὁποίαν μὲ ἐνέβαλλεν ἡ
παρουσία της, ἐκράτυνε τὴν ἀπειρίαν καὶ ἐπλήθυνε τὴν δειλίαν μου.
Ἓν ἀπόγευμα φθινοπώρου, ὕστερα ἀπὸ βροχὴν, ὅτε ἡ φύσις λάμπει κατάχλωρος,
γεμάτη ἀπὸ εὐωδίες καὶ ἡ ψυχὴ κατέχεται ὑπὸ τῆς δίψης τοῦ ἀγνώστου καὶ οἱ ἔρωτες ἀόρατοι περιΐπτανται πρὸς θήραν
καρδιῶν, ἕνα τοιοῦτον ἀπόγευμα ἦλθεν εἰς τὸ σπίτι ἡ Χρυσούλα. Ποτὲ δὲν τὴν
εἶχα ἴδει τόσον ὡραίαν καὶ τόσον προκλητικήν· ἐκόπησαν τὰ γόνατά μου, ἴλιγγος
μὲ κατέλαβεν. Μὲ εἶδεν, ὠχρίασεν, ἐστάθη, μισάνοιξε τὴν θύραν καὶ μοῦ εἶπε σιγά:
— Κὺρ Κωστῆ, ἔχω ἕνα
παράπονο ἀπὸ σένα. Εἶπες τοῦ Σπύρου γιὰ μένα ἕναν κακὸ λόγο.
Ὁ Σπύρος ἦτο συμμαθητὴς
καὶ φίλος μου.
— Ἐγώ νὰ εἰπῶ λόγο γιὰ
σένα! Δὲν ξέρω τί μοῦ λές· καὶ τί εἶπα;
— Ντρέπομαι νὰ τὸ πῶ·
τὸ εἶπες ναί· καὶ νὰ ξέρῃς θὰ τὸ εἰπῶ τ’ ἀφεντικοῦ μου. Τοῦ εἶπες… πῶς.. μ’
ἀγαπᾷς. Ἀλήθεια εἶναι;
— Ψέμματα σοῦ εἶπεν ὁ
Σπύρος· ἐγὼ δέν τοῦ εἶπα τίποτε γιὰ σένα· ψέμματα.
Καὶ τίποτε ἄλλο·
ἀπέμεινα ἄλαλος ἐνώπιόν της καὶ ἠλίθιος. Ἀλλά ἡ κόρη τοῦ βουνοῦ τῆς Ρούμελης
δὲν ἐννοοῦσεν ἀπὸ τοιαύτας ἀπαντήσεις. Ἕως ὅτου συνέλθω, ἔκλεισεν ὁρμητικῶς τὴν ἐξώπορτα καὶ ἐξηφανίσθη.
Ἔκτοτε πολλάκις
ἐπανῆλθεν εἰς τὸ σπίτι, ἀλλὰ ποτὲ δὲν κατεδέχθη νὰ ῥίψῃ τὸ βλέμμα της ἐπάνω
μου, νὰ δώσῃ τὴν παραμικρὰν προσοχὴν εἰς ἐμέ. Καὶ εἶχε δίκαιον.
(Διασκευή)
Επεξηγηματικά
|
ἐξέρχεται |
βγαίνει έξω |
|
ἐπιμελῶς |
με επιμέλεια, με φροντίδα |
|
νὰ τὴν ἀποκαταστήσῃ |
να την φροντίσει (εδώ: να την
παντρέψει) |
|
ἡ ἔξοχος ἀκμὴ τῆς ὥρας αὐτῆς |
ο καιρός της μεγαλύτερης ακμής
(της νιότης) |
|
οἱ ὀφθαλμοὶ ἀπαστράπτοντες |
τα μάτα που έλαμπαν |
|
φαιδρότης |
|
|
κατήγετο |
καταγόταν |
|
τὰς ἀθηναϊζούσας |
που προσπαθούσαν να μοιάσουν τις
Αθηναίες |
|
τὰς βαναυσοτέρας ἐργασίας |
τις πιο σκληρές και δύσκολες δουλειές |
|
ἀπησχόλουν |
απασχολούσαν |
|
ὀπτασία |
φανταστική εικόνα |
|
ὁσάκις |
κάθε φορά που, όποτε |
|
ἡ ταραχὴ εἰς τὴν ὁποίαν μὲ ἐνέβαλλεν |
η ταραχή που μου προκαλούσε |
|
ἐκράτυνε |
δυνάμωνε |
|
κατάχλωρος |
καταπράσινη |
|
περιΐπταμαι |
πετάω γύρω και πάνω από κάτι |
|
ἴλιγγος |
ζάλη |
|
ὠχρίασεν |
χλώμιασε |
|
ἄλαλος |
χωρίς λαλιά, άφωνος, βουβός |
|
δὲν ἐννοοῦσεν ἀπὸ τοιαύτας ἀπαντήσεις |
δεν καταλάβαινε τέτοιου είδους
απαντήσεις |
|
Ἕως ὅτου συνέλθω |
Μέχρι να συνέλθω |
|
ὁρμητικῶς |
με ορμή, με μεγάλη ταχύτητα |
|
ἐξηφανίσθη |
εξαφανίστηκε |
|
Ἔκτοτε πολλάκις ἐπανῆλθεν |
Από τότε πολλές φορές επέστρεψε |
|
νὰ ῥίψῃ τὸ βλέμμα της ἐπάνω μου |
να με κοιτάξει |
Χρήσιμες παρατηρήσεις για την κλίση ουσιαστικών και μετοχών
1. τῆς οἰκογενείας
Πρακτικός κανόνας: ο τόνος στην
γενική και στην δοτική δεν μπορεί να βρίσκεται στην τρίτη συλλαβή από το τέλος
(στην προπαραλήγουσα).
Έτσι έχουμε:
Ονομαστική ἡ οἰκογένεια
Γενική τῆς οἰκογενείας
Δοτική τῇ οἰκογενείᾳ
2. δίψης
ἡ δίψα, γενική: τῆς δίψης à Πώς το «α» έγινε «η» ;
Ο κανόνας επιβάλλει: αν
πριν από την κατάληξη α των ουσιαστικών θηλυκού γένους υπάρχει
σύμφωνο (εκτός από το ρ),
τότε το α αυτό στη γενική και δοτική του ενικού τρέπεται σε η:
Ονομαστική: ἡ δίψα
Γενική: τῆς δίψης
Δοτική: τῇ
δίψῃ
(στα υπόλοιπα
ουσιαστικά θηλυκού γένους που λήγουν σε α, το α αυτό δεν
μεταβάλλεται: ἡ πολιτεία, τῆς πολιτείας, τῇ πολιτείᾳ κτλ. - ἡ ὥρα, τῆς ὥρας, τῇ ὥρᾳ κτλ.)
Σύμφωνα με αυτόν τον κανόνα κλίνεται και η
μετοχή ἡ λυθεῖσα. Συμπληρώνουμε τον σχετικό πίνακα
(Ενότητα 8):
|
Ενικός αριθμός |
|
|||||
|
|
Αρσενικό |
Θηλυκό |
Ουδέτερο |
|
||
|
Ονομαστική |
ὁ λυθείς |
ἡ
λυθεῖσα |
τὸ λυθέν |
|
||
|
Γενική |
τοῦ λυθέντος |
τῆς
λυθείσης |
τοῦ λυθέντος |
|
||
|
Δοτική |
τῷ λυθέντι |
τῇ
λυθείσῃ |
τῷ λυθέντι |
|
||
|
Αιτιατική |
τὸν λυθέντα |
τὴν
λυθεῖσαν |
τὸ λυθέν |
|
||
|
Κλητική |
ὦ λυθείς |
ὦ λυθεῖσα |
ὦ λυθέν |
|
||
|
Πληθυντικός
αριθμός |
|
|||||
|
|
Αρσενικό |
Θηλυκό |
Ουδέτερο |
|
||
|
Ονομαστική |
οἱ λυθέντες |
αἱ λυθεῖσαι |
τὰ λυθέντα |
|
||
|
Γενική |
τῶν λυθέντων |
τῶν
λυθεισῶν |
τῶν λυθέντων |
|
||
|
Δοτική |
τοῖς λυθεῖσι |
ταῖς
λυθείσαις |
τοῖς λυθεῖσι |
|
||
|
Αιτιατική |
τοὺς λυθέντας |
τὰς
λυθείσας |
τὰ λυθέντα |
|
||
|
Κλητική |
ὦ λυθέντες |
ὦ
λυθεῖσαι |
ὦ λυθέντα |
|
||
Ολοκληρώνοντας την Ενότητα 9
à ὑποχρεοῦται = υποχώνεται, είναι υποχρεωμένος/η, έχει την υποχρέωση να…
Η κλίση του ρήματος σε προγενέστερες εποχές
(που συναντάται και στα Νέα Ελληνικά):
|
ὑποχρεοῦμαι |
|
ὑποχρεοῦσαι |
|
ὑποχρεοῦται |
|
ὑποχρεούμεθα |
|
ὑποχρεοῦσθε |
|
ὑποχρεοῦνται |
Παρόμοια κλίνεται και το ρήμα δικαιοῦμαι.
à ἡ πλήρης γελώτων, ἡ πλήρης κινήσεως ὑγεία = η υγεία που
είναι γεμάτη με γέλια, γεμάτη με κίνηση.
Το επίθετο «πλήρης» σημαίνει «γεμάτος».
Δίπλα του υπάρχει πάντα μια γενική πτώση. Τα τρία γένη του επιθέτου είναι: «ο
πλήρης, η πλήρης, το πλήρες». Το συναντούμε σε απλές ή σύνθετες λέξεις, όπως πληρότητα
και αναπλήρωση.
à «ΕΝ» αριθμητικό ή πρόθεση;
Στην Ενότητα 7 γνωρίσαμε το
αριθμητικό εἷς, μία, ἕν = ένας, μία,
ένα
Στο κείμενό μας το συαντήσαμε
στην φράση « Ἓν ἀπόγευμα φθινοπώρου…» (Ένα απόγευμα του φθινοπώρου…)
Με την μορφή ἐν έχουμε μια πρόθεση που δίπλα της βρίσκουμε πάντα
μια δοτική. Η σημασία της πρόθεσης αυτής είναι «μέσα σε». Για παράδειγμα: ἐν τῷ
οἴκῳ (μέσα στο σπίτι), ἐν τῇ πόλει (μέσα στην πόλη), οἱ ἐν τοῖς πράγμασι (αυτοί που είναι μέσα στα πράγματα =
αυτοί που έχουν εξουσία).
Στα Νέα Ελληνικά, την πρόθεση «ἐν» την συναντούμε συχνά, σε φράσεις όπως:
Εν
τω μεταξύ
Εν
συντομία (με σύντομο τρόπο, με λίγα λόγια)
Εν
καιρώ (στον κατάλληλο χρόνο, στην κατάλληλη χρονική στιγμή)
Εν
ολίγοις (με λίγα λόγια)
Εν
ενεργεία (που είναι ενεργός, που εργάζεται)
Εν
αποστρατεία (που έχει συνταξιοδοτηθεί) κλπ.
à πρὸς θήραν καρδιῶν - μισάνοιξε τὴν θύραν
Πρόκειται για δύο λέξεις που στα Νέα
Ελληνικά προφέρονται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο (ομόηχες λέξεις), έχουν όμως
διαφορετική σημασία και διαφορετική ορθογραφία (πράγμα που σημαίνει ότι στα
Αρχαία Ελληνικά είχαν διαφορετική προφορά).
ἡ θήρα = το κυνήγι, η επίμονη επιδίωξη
Μερικές σχετικές
λέξεις είναι: το θηρίο, το θήραμα, ο βαθμοθήρας (ο μαθητής που επιδιώκει να πάρει υψηλούς βαθμούς στα μαθήματά του), ο προικοθήρας (αυτός που προσπαθεί να παντρευτεί μια
γυναίκα με μεγάλη προίκα), ο λαθροθήρας (ο παράνομος κυνηγός).
ἡ θύρα = η πόρτα
Μερικές σχετικές λέξεις είναι: η θυρίδα, το παράθυρο, ο
θυρωρός, το θυροτηλέφωνο.
à ἐπιμελῶς (με επιμέλεια, με φροντίδα)
- ὁρμητικῶς (με ορμή, με μεγάλη ταχύτητα)
Οι λέξεις αυτές έχουν την χαρακτηριστική κατάληξη –ΩΣ και ανήκουν στην ίδια κατηγορία με λέξεις
όπως:
καλῶς (από το
επίθετο καλός = όμορφα / με ωραίο τρόπο)
σαφῶς (από το σαφής
= ξεκάθαρα / με σαφήνεια)
δικαίως (από το δίκαιος
= δίκαια)
ἀληθῶς (από το ἀληθής
= αληθινά)
à Η κλίση των
ουσιαστικών ὁ ἀνήρ και τὸ σῶμα
|
Ενικός
αριθμός |
|
|
Ονομαστική |
ὁ ἀνήρ |
|
Γενική |
τοῦ
ἀνδρός |
|
Δοτική |
τῷ
ἀνδρί |
|
Αιτιατική |
τὸν
ἄνδρα |
|
Κλητική |
ὦ ἄνερ |
|
Πληθυντικός αριθμός |
|
|
Ονομαστική |
οἱ
ἄνδρες |
|
Γενική |
τῶν
ἀνδρῶν |
|
Δοτική |
τοῖς
ἀνδράσιν |
|
Αιτιατική |
τοὺς
ἄνδρας |
|
Κλητική |
ὦ
ἄνδρες |
|
Ενικός αριθμός |
|
|
Ονομαστική |
τὸ σῶμα |
|
Γενική |
τοῦ
σώματος |
|
Δοτική |
τῷ
σώματι |
|
Αιτιατική |
τὸ σῶμα |
|
Κλητική |
ὦ σῶμα |
|
Πληθυντικός αριθμός |
|
|
Ονομαστική |
τὰ
σώματα |
|
Γενική |
τῶν
σωμάτων |
|
Δοτική |
τοῖς
σώμασιν |
|
Αιτιατική |
τὰ
σώματα |
|
Κλητική |
ὦ
σώματα |
Comments
Post a Comment